ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ
| Υπόδειγμα [9] | 180 οποία συνιστά την συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη της με την έννοια που προεκτέ - θηκε, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στα νομικά πρόσωπα δεν αναγνωρίζεται ενδιάθετο συναίσθημα και εσωτερικός κόσμος που δικαιολογεί τη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω προσβολής της εμπορικής τους πίστης και επαγγελματικής τους υπόληψης . Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω ελλείψεις δεν επιχειρήθηκε να συμπληρωθούν με τις πρωτόδικες προτάσεις της πρώτης ενάγουσας, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο μιας τέτοιας συμπλήρωσης (Α.Π. 5/2020, Α.Π. 119/2018, Α.Π. 1004/2017, Τ.Ν.Π. ΝΟ - ΜΟΣ).» (Εφ Αθ 152/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σημειωτέον ιδίως ως προς την αξιούμενη μελλοντική ζημία, ότι τοιαύτη μπο- ρεί να ζητηθεί εκ των προτέρων, εφόσον πιθανολογείται ότι θα επέλθει κατά την κοι- νή πορεία των πραγμάτων, μόνο στο μέτρο που είναι δυνατός ο προϋπολογισμός της (Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Ι ΣΕΑΚ, Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2010, σελ. 582 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω , […]. Στο σημείο αυτό λαμβάνει χώρα η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που εξιστο - ρούνται στο ιστορικό των προτάσεων στον επικαλούμενο κανόνα δικαίου. Όμως με αυτό το περιεχόμενο και αυτό το αίτημα, η υπό κρίση αγωγή του/της ενάγο - ντος/ας είναι παντελώς αόριστη, καθιστώντας ιδιαίτερα δυσχερές (αν όχι αδύνατο) αφε - νός για το Δικαστήριό Σας να διακριβώσει την αλήθεια, αφετέρου για εμένα, τον ενα - γόμενο/η, να αμυνθώ έναντι των όλως αόριστων και γενικόλογων ισχυρισμών του/της. Συνεπώς, σε ακολουθία των ανωτέρω αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων και υφ’ Υμών θα πρέπει η υπό κρίση αγωγή του/της αντιδίκου να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθ’ άπαν αυτής το περιεχόμενο και αιτητικό, λόγω της προδήλου αοριστίας της. Β. Άρνηση της κρινόμενης αγωγής – Ένσταση νομικής και ουσιαστικής αβασιμότητας της υπό κρίση αγωγής Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέ - σεις αδικοπρακτικής ευθύνης για αποζημίωση, που περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρ - χουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), είναι: 1) η ύπαρξη ζημίας, 2) η ζημία να προξενήθηκε παράνομα από το δράστη, 3) ο τελευταίος να βρισκόταν σε υπαιτιότη - τα (υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας), 4) η παράνομη συμπεριφορά του υπαί - τιου δράστη να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του και 5) να υπάρχει αιτιώδης συ - νάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του και της ζημίας, δηλαδή η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου να ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέ - ρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περί - πτωση (ΑΠ 299/2007 ΕλλΔνη 2008.119, ΑΠ 118/2006 ΕλλΔνη 2007.117, ΑΠ 914/2005 ΧρΙΔ 2006.417, ΑΠ 831/2005 ΕλλΔνη 2006.95, ΑΠ 75/2005 ΕλλΔνη 2005. 734, ΑΠ 1167/2004 ΧρΙΔ 2005.219, ΑΠ 996/2004 ΕλλΔνη 2004.1348, ΑΠ 926/2004 ΕλλΔνη 2004.1659, ΕφΑθ 44/2007 ΕπισκΕμπΔ 2007.486, Απ. Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο 1999, σελ. 594 επόμ., Π. Κορνηλάκης Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο 2002, σελ. 477). Κατά συνέπεια,
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MjA5Mjk=