Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με αφορμή το υπό ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Σύσταση και λειτουργία Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς, παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις», απέστειλε στον Υπουργό Δικαιοσύνης επιστολή με τις παρακάτω παρατηρήσεις και προτεινόμενες τροποποιήσεις ως προς συγκεκριμένες διατάξεις του νομοσχεδίου περί πραγματογνωμοσύνης και περί των διδασκόντων της ΕΣΔΙ στην εκπαίδευση δικαστικών υπαλλήλων:
«Α. Περί των διατάξεων πραγματογνωμοσύνης.
Στο άρθρο 237 ΚΠολΔ, κατά τη μορφή στην οποία έχει διαμορφωθεί και περιλαμβάνεται στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο με τίτλο «Σύσταση και λειτουργία Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς, παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις» ορίζονται στην παράγραφο 5 τα εξής:
«5. Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους διαδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της.
Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα». Το φαινόμενο καθυστέρησης στην εκτέλεση διατάξεων περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης έχει δημιουργήσει σημαντικές στρεβλώσεις ουσιαστικού και υπηρεσιακού χαρακτήρα. Σημειώνεται, ότι το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης παραμένει απολύτως αναγκαίο για την επί της ουσίας διερεύνηση της υπόθεσης, ιδίως σε υποθέσεις στις οποίες είναι μονόδρομος η προσφυγή στους κανόνες επιστημών ή τεχνών τις οποίες δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η παρατηρούμενη σε πολλές περιπτώσεις καθυστέρηση στην κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης - που ως γνωστόν γίνεται με επιμέλεια των διαδίκων – έχει οδηγήσει στο να καταγράφεται ως καθυστέρηση στην έκδοση της δικαστικής απόφασης που προσμετράται στις προθεσμίες έκδοσης απόφασης που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς (307 ΚΠολΔ) ο χρόνος που μεσολαβεί έως την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης ή της ανάκλησης της διάταξης, χωρίς όμως οι ίδιοι οι δικαστές να έχουν ευθύνη για αυτή την καθυστέρηση. Η δε λύση της δυνατότητας ανάκλησης της διάταξης – ως ορίζεται άνωθι - δεν λύνει το πρόβλημα, καθώς το αποδεικτικό κενό παραμένει, οδηγώντας στον κίνδυνο έκδοσης δικαστικών αποφάσεων με ανεπαρκές αποδεικτικό υλικό και με καταφυγή στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης, που όμως στις σύνθετου αντικειμένου δίκες οδηγεί σε ανεδαφικά αποτελέσματα. Ενόψει των παραπάνω, προτείνουμε προσθήκη στην παράγραφο 5 του άρθρου 237, στην κατεύθυνση άρσης αυτού του αδιεξόδου, προς όφελος της δίκαιης καταγραφής του δικαστικού έργου, αλλά κυρίως προς όφελος της ουσιαστικής απονομής Δικαιοσύνης.
Προτεινόμενη προσθήκη: Στην παράγραφο 5 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, προστίθεται μετά το έκτο εδάφιο το εξής εδάφιο (ως έβδομο):
«Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος που μεσολαβεί από την έκδοση της διάταξης έως την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης ή την ανάκληση της διάταξης, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση των προθεσμιών του άρθρου 307».
Β. Περί των διδασκόντων της ΕΣΔΙ στην εκπαίδευση δικαστικών υπαλλήλων.
Με το άρθρο 49 παρ. 1 ν.4871/2021 (Μεταρρυθμίσεις στο νομοθετικό πλαίσιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, τροπ. ΠΚ. Κ.Π.Δ. κλπ) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του Ν. 5197/2025 (ΦΕΚ Α ́76/16.05.25,) ορίστηκε μεταξύ άλλων ότι «Η κατάρτιση και η επιμόρφωση παρέχονται από: «α) Εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό τουλάχιστον: αα) Εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δέκα (10) έτη παραμονής στον βαθμό, αβ) Προέδρου Πρωτοδικών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αγ) Εισαγγελέα Πρωτοδικών». Επιπλέον, ειδικά ως προς την εκπαίδευση των δικαστικών υπαλλήλων στην περίπτωση (η) ορίζεται ότι : «η) ειδικά η κατάρτιση των εκπαιδευομένων που πρόκειται να καταλάβουν θέσεις δικαστικών υπαλλήλων και η επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων μπορούν, πέραν των ανωτέρω, να παρέχονται και από: ηα) εν ενεργεία δικαστικούς υπαλλήλους με τουλάχιστον δέκα (10) έτη παραμονής στην υπηρεσία, ηβ) εν ενεργεία υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τουλάχιστον δέκα (10) έτη παραμονής στην υπηρεσία και γνώσεις και εμπειρία συναφή με τα αντικείμενα των προγραμμάτων κατάρτισης και επιμόρφωσης και ηγ) μέλη διδακτικού ερευνητικού προσωπικού πανεπιστημιακών σχολών με αντικείμενο συναφές με τα καθήκοντα των δικαστικών υπαλλήλων».
Με την ως άνω τροποποίηση αποκλείστηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να επιλέγονται ως διδακτικό προσωπικό για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Υπαλλήλων όλοι γενικά οι πρωτοδίκες (καθώς και αντεισαγγελείς), ακόμα και εκείνοι που έχουν πολυετή εμπειρία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται πρωτοδίκες γενικής επετηρίδας με εμπειρία άνω των 10 ετών ή και πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας που προέρχονται από τον άλλοτε κλάδο των ειρηνοδικών (Α’ και Β ́ τάξης) οι οποίοι κατέχουν πλέον το βαθμό του πρωτοδίκη, έχοντας ακόμα και περισσότερα από 15 χρόνια υπηρεσίας, καθώς και αντίστοιχης εμπειρίας αντεισαγγελείς. Σε κάθε περίπτωση, σε όλες τις δικαστικές επετηρίδες υφίστανται δικαστικοί λειτουργοί με το βαθμό του πρωτοδίκη ή αντεισαγγελέα, που όμως έχουν συμπληρώσει περισσότερα από τα 7 έτη υπηρεσίας, τα οποία αποτελούσαν το ελάχιστο όριο υπηρεσιακής εμπειρίας του διδακτικού προσωπικού σύμφωνα με το άρθρο 49 ως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 10 του ν. 5001/2022 ( ΦΕΚ 227 Α /9.12.2022) οπότε οριζόταν ότι «Η κατάρτιση και η επιμόρφωση παρέχονται από: α) Εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό τουλάχιστον: αα) … αβ) Προέδρου Πρωτοδικών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό…»
Ενόψει του γεγονότος ότι μεταξύ του κλάδου των πρωτοδικών και των αντεισαγγελέων πρωτοδικών υφίσταται ικανός αριθμός συναδέλφων δικαστικών λειτουργών, που διαθέτουν την αναγκαία υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους, που τους καθιστούν απολύτως ικανούς και επιλέξιμους να στελεχώσουν το διδακτικό προσωπικό της ΕΣΔΙ ως προς την επιμόρφωση δικαστικών υπαλλήλων και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν ενεργεία δικαστικοί υπάλληλοι ανεξαρτήτως βαθμίδας έχουν τη δυνατότητα να αποτελούν διδακτικό προσωπικό αν έχουν συμπληρώσει 10 έτη υπηρεσίας, θεωρούμε ότι η διάταξη θα πρέπει να επανέλθει στην αρχή της μορφή, ώστε να είναι δυνατή η συμπερίληψη στο διδακτικό προσωπικό πρωτοδικών και αντεισαγγελέων πρωτοδικών με τουλάχιστον επταετή υπηρεσιακή εμπειρία. Συγκεκριμένα:
Προτεινόμενη μορφή διάταξης:
Άρθρο 49
Εκπαιδευτικό προσωπικό
1. Η κατάρτιση και η επιμόρφωση παρέχονται από:….α)….β)…
…η) ειδικά η κατάρτιση των εκπαιδευομένων που πρόκειται να καταλάβουν θέσεις δικαστικών υπαλλήλων και η επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων μπορούν, να παρέχονται και από: ηα) εν ενεργεία δικαστικούς υπαλλήλους με τουλάχιστον δέκα (10) έτη παραμονής στην υπηρεσία, ηβ) εν ενεργεία υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τουλάχιστον δέκα (10) έτη παραμονής στην υπηρεσία και γνώσεις και εμπειρία συναφή με τα αντικείμενα των προγραμμάτων κατάρτισης και επιμόρφωσης και ηγ) μέλη διδακτικού ερευνητικού προσωπικού πανεπιστημιακών σχολών με αντικείμενο συναφές με τα καθήκοντα των δικαστικών υπαλλήλων, ηδ) Εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό τουλάχιστον: ηδα) Εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό, ηδβ) Προέδρου Πρωτοδικών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ή Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό, ηδγ) Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό».»
| 6944 585 396 | |
| d.anastasopoulos@metodikigoro.gr | |
| Dimitris Anastasopoulos |